Πιστοί στην υπόσχεσή μας περί αναφοράς της σελίδας στις διάφορες μορφές ψυχοθεραπείας, θεωρήσαμε σωστό να ξεκινήσουμε την περιήγησή μας από την πιο «διάσημη» και παράλληλα αυτή που έχει δεχθεί τις περισσότερες κριτικές, την Ψυχανάλυση. Η δική μας παρέμβαση δεν έχει σκοπό να αναλύσει την επιστημολογία της θεραπείας αυτής, να παρουσιάσει την τεχνική της ή τις ενδείξεις της, αλλά θα θέλαμε να ασχοληθούμε με την σύγχυση που την περιβάλλει και να ρίξουμε φως σε ορισμένες κοινές πεποιθήσεις, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα.
Ξεκινώντας το άρθρο αυτό, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι δεν παίρνουμε θέση υπέρ ή κατά της ψυχανάλυσης, όπως δε θα το κάνουμε για κανένα είδος ψυχοθεραπείας, αφού δεν εξυπηρετεί το σκοπό της σελίδας αυτής. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να διαλευκάνουμε μερικές ακόμη ανακρίβειες που αφορούν τον κλάδο της ψυχολογίας.
Σε αυτό το σημείο, πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητο να κάνουμε μία σημαντική διευκρίνηση: με τον όρο Ψυχανάλυση, αναφερόμαστε στην κλασσική Ψυχαναλυτική Φροϋδική θεραπεία, η οποία αποτελεί τη βάση για τη μετεξέλιξη άλλων ψυχοδυναμικών θεωριών και ψυχοθεραπειών, οι οποίες απέχουν αρκετά από την αρχική θεωρία. Η κλασσική Ψυχαναλυτική θεραπεία είναι αυτή που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σαν στερεότυπο ψυχοθεραπείας: με το ντιβάνι, τις 3-4 συνεδρίες την εβδομάδα για αρκετά χρόνια και το λιγομίλητο ψυχοθεραπευτή.
Στην παρούσα σελίδα έχουν ήδη γίνει αναφορές ότι Ψυχολογία και Ψυχοθεραπεία δεν περιορίζονται και δε σημαίνουν απαραίτητα Ψυχανάλυση. Η Ψυχανάλυση είναι μία μορφή ψυχοθεραπείας όπου, όπως όλες οι ψυχοθεραπείες, ορισμένες φορές, υπό ορισμένες συνθήκες, με ορισμένους ανθρώπους, επιφέρει καλύτερα αποτελέσματα σε σύγκριση με άλλες μορφές ψυχοθεραπείας στις συγκεκριμένες συνθήκες. Για άλλη μια φορά πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά ένα επιπλέον εργαλείο στα χέρια των επαγγελματιών της ψυχικής υγείας.
Μία κριτική την οποία συναντά συχνά κανείς, αφορά τον κεντρικό ρόλο της σεξουαλικότητας στη θεωρία-ψυχοθεραπεία αυτή. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι κεντρικό ρόλο έχει μόνο στην κλασσική Ψυχανάλυση, ενώ οι μετεξελίξεις της ψυχαναλυτικής θεωρίας, αρχίζοντας από τον ίδιο το Jung, αναδιοργανώνουν το ρόλο της σεξουαλικότητας στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και δεν τη θέτουν στο κέντρο των ψυχικών διαδικασιών.
Η Ψυχανάλυση, όπως όλες οι ψυχοθεραπείες, διέπεται από κανόνες και κατά τη διάρκειά της συμβαίνουν ορισμένες διαδικασίες, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εξισωθούν με μία φιλική συζήτηση. Η συνεδρία γίνεται σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο (setting), με συγκεκριμένη συχνότητα, κάτω από συγκεκριμένους κανόνες, και υπό αμοιβή, η οποία και αυτή είναι σημαντικό στοιχείο της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας, κ.ά. Ο ψυχολόγος βασιζόμενος σε μία θεωρία-μέθοδο (με ό,τι συνεπάγεται με τη χρήση αυτών των όρων: τήρηση κανόνων ψυχοθεραπείας, ακολουθία θεωρίας, κτλ) προσπαθεί μέσω των γνώσεών του και της δική μας συμμετοχής, να μας βοηθήσει να βελτιώσουμε την ποιότητα ζωής μας. Με βάση αυτά τα δεδομένα, εύκολα μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι η συνεδρία απέχει αρκετά από αυτό που ονομάζουμε «φιλική συζήτηση» και ο ίδιος ο ψυχολόγος δεν είναι φίλος μας.
Ακόμη ένα σημείο αντιπαράθεσης έχει να κάνει με τη διάρκειά της. Αναμφισβήτητα είναι χρονοβόρα διαδικασία, όπως χρονοβόρα διαδικασία είναι και η παγίωση της προσωπικότητάς μας, των τρόπων σκέψης μας και της προβληματικής συμπεριφοράς μας. Ο τρόπος λειτουργίας της θεραπείας αυτής είναι τέτοιος που χρειάζεται πίστωση χρόνου. Κατά την εξέλιξή της και προκειμένου να περιοριστεί η διάρκεια, δημιουργήθηκαν και άλλες μορφές ψυχοδυναμικής θεραπείας, πχ. Βραχεία Ψυχοδυναμική Ψυχοθεραπεία.
Πολλοί αμφισβητούν την επιστημονικότητα της Ψυχανάλυσης εξισώνοντας τα αποτελέσματά της με τα αποτελέσματα χορήγησης placebo, ενώ ορισμένοι χρησιμοποιούν ως απόδειξη της μη επιστημονικότητας της τη θεωρία της διαψευσιμότητας του Popper.
Ας αρχίσουμε λέγοντας αυτό, που σε πρώτο στάδιο, οι ίδιοι οι Ψυχαναλυτές αντιτάσσουν στις κριτικές που δέχονται: τα πρακτικά αποτέλεσμα της Ψυχανάλυσης, ότι δηλαδή αυτή η μορφή ψυχοθεραπείας «δουλεύει», είναι πλέον αδιαμφισβήτητα αφού σε όλα αυτά τα χρόνια που εφαρμόζεται υπάρχουν πολλά παραδείγματα «θεραπευμένων» που έχουν βιώσει την αποτελεσματικότητά της.
Στις μέρες μας υπάρχουν συγκριτικές έρευνες, οι οποίες αποδεικνύουν ότι η Ψυχανάλυση έχει θετικά αποτελέσματα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη χορήγηση placebo.
Όσον αφορά τη θεωρία του Popper, η οποία αναφέρει ότι μια επιστήμη για να θεωρείται επιστήμη δεν πρέπει μόνο να επιβεβαιώνει τις θεωρίες της αλλά και να είναι σε θέση και να τις διαψεύδει, είναι δυνατόν και η Ψυχανάλυση να τηρεί τα κριτήρια που ο Αυστριακός φιλόσοφος έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την επιστημονικότητα μιας θεωρίας: ο Φρόυντ (θεμελιωτής της Ψυχανάλυσης) υποστήριζε ότι η μόνη μέθοδος για την επίλυση των ψυχολογικών προβλημάτων, είναι η Ψυχανάλυση. Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι πλέον υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές μέθοδοι, οι οποίες φέρουν αποτελέσματα. Συνεπώς και η Φροϋδική θεωρία μπορεί να διαψευσθεί και να είναι σύμφωνη με τη θεωρία του Popper. Πέραν αυτής της θεωρητικής απόδειξης περί διαψευσιμότητας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας υπάρχουν τεχνικές που υπόκεινται σε διάψευση και αποτελούν σημαντικό εργαλείο στα χέρια του ψυχοθεραπευτή, σε αυτή την περίπτωση ψυχαναλυτή.
Θα θέλαμε να αναφερθούμε και στην ύπαρξη ορισμένων «εργαλείων», τα οποία μέσω εμπειρικής έρευνας έχουν χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό των αποτελεσμάτων της ψυχαναλυτικής μεθόδου, όπως τα CCRT (Core Conflictual Relationship Theme), SASB (Structural Analysis of Social Behaviour) κ.ά, τα οποία είναι σε θέση να προσδιορίσουν και να καθορίσουν την ύπαρξη ή την αιτιοκρατική σχέση μεταξύ συγκεκριμένων ψυχικών διαδικασιών, οι οποίες παίζουν ένα καθοριστικό ρόλο στη σχέση μεταξύ θεραπευτή-θεραπευόμενου, μοναδικού έγκυρου κριτηρίου για την πορεία της ψυχοθεραπείας.
Κλείνοντας θα θέλαμε να κάνουμε μία αναφορά στη σύγκριση της Ψυχανάλυσης με άλλες μορφές Ψυχοθεραπείας. Θεωρούμε ατέρμονο και αντιπαραγωγικό, πάντα με άξονα την ψυχική υγεία του θεραπευόμενου, να γίνονται συζητήσεις για το ποια θεραπεία είναι η καλύτερη. Η απάντηση δίδεται από την ίδια την Ψυχολογία, με την «αρχή της συνύπαρξης» (δικός μας αυθαίρετος όρος) υποστηρίζοντας ότι τα γεγονότα δεν είναι του τύπου ή το Α ή το Β αλλά μπορεί να συνυπάρχουν και το Α και το Β. Δηλαδή όπως σε ένα τόσο περίπλοκο αντικείμενο έρευνας όπως ο ανθρώπινος νους δεν μπορούμε να απομονώσουμε βιώματα, καταστάσεις, κτλ και να τα λάβουμε ως αποκλειστικούς παράγοντες για τις διαταραχές, με τον ίδιο τρόπο δεν πρέπει να επιλέξουμε μία θεραπεία, η οποία θα εφαρμόζεται αδιάκριτα σε όλες τις περιπτώσεις. Μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ανάλογα με την περίπτωση.
polu katatopistiko arthro. ( sugnwmi gia ta greeklish alla kati epathe opws sunithws to pc, elew windows*%&$#* kai den emfanizei ellinika).
tha ithela na rwthsw ean uparxoun sugkritikes ereunes apotelesmatikothttas anamesa sta diafora eidh psuxotherapeias . thetw auto to erwthma me bash thn arxi ths sunuparxis pou sto mualo mou eksiswnei kapws tis thewries. epomenws afou oles dunatai na exoun apotelesma panw se enan astheni, ean h froudiki psuxanalush den uperterei me bash meletes se apotelesmatikothta poios o logos kapoios na thn epileksei afou einai kai xronobora kai kuriws toso kostobora!
By: eilotas on 31 Αυγούστου 2007
at 10:13
Υπάρχουν συγκριτικές έρευνες ανάλογα με τις διαταραχές, μόνο που τις έχω βρει σε βιβλία και όχι στο νετ.
Δε θα ήταν σωστό να λέγαμε ότι εξισώνονται οι θεωρίες, αλλά θα ήταν ορθότερη η έκφραση, αλληλοσυμπληρώνονται. Με βάση αυτό δεν υπερτερεί καμία σε σύγκριση με την άλλη. Ή ακόμη και αν κάποια έχει πιο ευρύ φάσμα περιπτώσεων στις οποίες ενδείκνυται, δεν καθιστά τις άλλες μη χρήσιμες.
Κάποιος θα «επιλέξει» την Ψυχανάλυση γιατί στην περίπτωσή του είναι η πιο ενδεδειγμένη μορφή θεραπείας ή π.χ. γιατί τον ικανοποιεί, πιστεύει σε αυτή τη μορφή ψυχοθεραπείας και λαμβάνει τα επιθυμητά αποτελέσματα ή ακόμη γιατί είναι σύμφωνος με τη γνώμη αρκετών Ψυχαναλυτών, ότι η Ψυχανάλυση (και γενικότερα οι Ψυχοδυναμικές θεραπείες), λόγω της διάρκειάς της, φέρει αποτελέσματα με μεγαλύτερη διάρκεια στο χρόνο.
Υ.Γ: Δεν υπάρχει πρόβλημα με τα greeklish. Αν και σε αυτή τη σελίδα προτιμούμε τα ελληνικά, οποιοσδήποτε μπορεί να γράφει όπως θέλει.
By: admin on 7 Σεπτεμβρίου 2007
at 18:09